Ρομπέν Καμπιγιό: "Ο ακτιβισμός στο Ίντερνετ δεν προσφέρει τίποτα. Όλοι είναι θυμωμένοι με τα πάντα, αλλά αυτό δεν είναι πολιτική, είναι πικρία."

02/10/17

Ed Wood

Ο Robin Campillo εμφανίστηκε κυριολεκτικά σαν wrecking ball στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών και με το 120 Χτύποι το Λεπτό, την τρίτη του ταινία, όχι μόνο απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής, αλλά κατάφερε να κάνεις τους πάντες να δακρύσουν με το χρονικό μιας ολόκληρης γενιάς που πάλεψε άνισα με τον ιο του AIDS στις αρχές των 90’s, διεκδίκησε όμως πάθος και πείσμα το δικαίωμά της στη ζωή. Ο Γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος επισκέφτηκε τη χώρα μας για το 23ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνα Νύχτες Πρεμιέρας και μας μίλησε σε μια συνέντευξη-ποταμό για τις αναμνήσεις του, πάνω στις οποίες βασίστηκε η ταινία, την αξία του ακτιβισμού στις μέρες μας, τα βραβεία, το σινεμά, τα πάντα.

 

Πώς αισθάνεστε μετά από την επιτυχία της ταινίας;

Αισθάνομαι ανακούφιση. Βασικά ειναι ένα πολύ περίεργο συναίσθημα κούρασης, ανακούφισης, δικαίωσης κι ενθουσιασμού μαζί, επειδή η ταινία έχει κάνει κι ακόμα κάνει πολλά εισιτήρια στη Γαλλία και πήρε εξαιρετικές κριτικές, ενώ είναι η πρόταση της χώρας μου για το ξενόγλωσσιο Όσκαρ, κάτι για το οποίο δεν είχα καμία ιδιαίτερη φιλοδοξία, αλλά είναι πολύ σημαντικό. Αισθάνομαι όμως και αρκετά εκτεθειμένος. Χαίρομαι πάρα πολύ να γνωρίζω καινούργιο κόσμο, όπως εσένα (γέλια), αλλά από την άλλη αισθάνομαι λίγη ντροπή κι αμηχανία μπροστά σε τόσο κόσμο. Νιώθω λιγάκι απατεώνας (γέλια). Η ταινία ήταν πολύ σημαντική για μένα, συνδυάζει τα δύο μεγαλύτερα και πιο σημαντικά ζητήματα της ζωής μου, το AIDS και το σινεμά, και φοβόμουν πάρα πολύ την υποδοχή της τόσο στις Κάννες, όσο και μετά το Φεστιβάλ, αλλά τώρα είμαι ικανοποιημένος για το αποτέλεσμα.


Γιατί αποφασίσατε η τρίτη σας ταινία να αφορά το ζήτημα του AIDS και μάλιστα να διαδραματίζεται στο 1992, μια εποχή έξαρσης του ιού, εν έτει 2017;

Η ταινία βασίζεται σε προσωπικά μου βιώματα και καταστάσεις από εκείνη την εποχή. Ήμουν ενεργό μέλος τις ACT UP και συμμετείχα σε όλες σχεδόν τις δραστηριότητες της οργάνωσης. Ήθελα από την αρχή της εμφάνισης της επιδημίας στις αρχές των 80s, να γυρίσω μια ταινία για το θέμα, ήμουν όμως παραλυμένος από το φόβο. Δε θεωρώ τυχαίο άλλωστε ότι η εμφάνιση της επιδημίας συνέπεσε με την αρχή των σπουδών μου στον κινηματογράφο. Μετά το την πρώτη μου ταινία (Les Revenants) έγραψα το πρώτο draft, το οποίο μου πήρε ενάμιση χρόνο, αλλά τελικά δε μου άρεσε και το παράτησα. Είναι κάπως χαζό ότι τόσα χρόνια είχα την ιστορία μπροστά στα μάτια μου. Δεν ήθελα να αφηγηθώ μια μεμονωμένη ιστορία, αλλά να στήσω μια τοιχογραφία της εποχής, ενώ ταυτόχρονα ήθελα να μιλήσω για κάτι τόσο προσωπικό και βιωματικό. Ήταν οι παραγωγοί μου αυτοί που τελικά με έπεισαν να μην περιμένω άλλο και να κάνω αυτή την ταινία τώρα, σε μια περίοδο πολύ κρίσιμη πολιτικά, τόσο με την άνοδο της ακροδεξιάς, όσο και με τον αγώνα για τα δικαιώματα των ομοφυλόφυλων και την ψήφιση του νομοσχεδίου για το γάμο των ομοφυλόφυλων.

Άρα τη θεωρείτε μια επίκαιρη ταινία;

Ναι, είναι μια ταινία που βασίζεται στο παρελθόν, αλλά αφορά το παρόν. Δεν είναι μια ταινία εποχής. Με ενδιέφερε από την αρχή το παρόν και ήθελα να δώσω μια διάσταση επικαιρότητας στην ταινία. Γι’ αυτό δεν ενδιαφέρθηκα για σκηνικά ή ρούχα εκείνης της εποχής, ενώ βασικό μου μέλημα ήταν όλοι οι ηθοποιοί να δείχνουν σύγχρονοι, τωρινοί. Ήθελα η ταινία μου να είναι μια γέφυρα ανάμεσα στις δύο περιόδους, για να δείξει τη διαχρονικότητα του ζητήματος.

Οι νεότερες γενιές δεν έχουν ζήσει τον εφιάλτη της επιδημίας με την ίδια ένταση που τη ζήσατε εσείς; Πιστεύετε πως θα μπορέσουν να ταυτιστούν με την ταινία;

Δεν είναι τόσο θέμα ταύτισης, όσο συνειδητοποίησης του αγώνα που χρειάζεται για να διεκδικήσεις τα δικαιώματά σου και της αξίας του ακτιβισμού. Στη χώρα μου επικρατεί ακόμα σιωπή για το θέμα, ο ιός εξακολουθεί να εξαπλώνεται παρά την αυξημένη ενημέρωση και υπάρχει ακόμα κόσμος που δεν τολμά να πάει να εξεταστεί. Γι’ αυτό βρήκα νέους ηθοποιούς να ενσρκώσουν τους χαρακτήρες μου. Για να καταδείξω το πόση σημασία έχει η πρόληψη και η ενημέρωση για τον ιό ακόμα και σήμερα.


Πιστεύετε ότι ο ακτιβισμός έχει ακόμα την ίδια επιρροή στις μέρες μας;

Δεν είναι εύκολο να γίνει σύγκριση κατά τη γνώμη μου γιατι είναι δύο διαφορετικές γενιές. Τότε ήμασταν μια μειονότητα. Δεν εκπροσωπούσαμε τη γενιά μας και δεν εκπροσωπούσαμε καν την gay κοινότητα. Ήμασταν μια ομάδα επαναστατών. Αυτό ήταν υπέροχο γιατί ήταν ουτοπικό και ρεαλιστικό ταυτόχρονα. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον ακτιβισμό και την απλή διαμαρτυρία. Στον πρώτο είναι ακόμα πιο δύσκολο να εναντιωθείς ενάντια στο σύστημα, απαιτεί τη συμμετοχή του σώματός σου κι αυτή η σωματικότητα δίνει μια τελείως διαφορετική διάσταση στην έννοια του αγώνα.

Χαίρομαι πολύ που είπατε για τη σωματικότητα γιατί αυτό ήταν που μου άρεσε περισσότερο στην ταινία. Κάθε επανάσταση ξεκινάει από το σώμα;

Όλα ξεκινούν από το σώμα. Οι διακρίσεις και ο ρατσισμός ξεκινούν από τα σωματικά χαρακτηριστικά, είτε επειδή κάποιος είναι Άραβας ή μαύρος, είτε γιατί είναι ομοφυλόφυλος και διεκδικεί την ελευθερία με ποιόν θα κάνει σεξ, είτε γιατί θέλει απλά να αλλάξει το φύλο του ή να το προσδιορίσει όπως αυτός επιθυμεί. Κι υπάρχει κάτι πολύ εξοργιστικό στο να σε κρίνουν ή να σου απαγορεύουν να κάνεις πράγματα από κάτι τόσο βασικό και ζωτικής σημασίας όπως το σώμα σου. Γι’ αυτό και η αντίδραση ξεκινά σχεδόν αντανακλαστικά από το ίδιο το κορμί που διεκδικεί την ελευθερία της γλώσσας του.


Έχει όμως ο ακτιβισμός την ίδια επίδραση στην εποχή του Ίντερνετ;

Έχω την αίσθηση ότι ο ακτιβισμός στο Ίντερνετ δεν έχει προσφέρει τίποτα στις μέρες μας. Είμαστε όλοι φαντάσματα. Ο Μακρόν είπε πρόσφατα ότι ο δρόμος δεν είναι δημοκρατία. Συγνώμη, αλλά αυτό είναι η ουσία της δημοκρατίας. Κι έχει μεγάλη σημασία να το λέω αυτό στην Αθήνα. Είναι κάτι πολύ απλό, είναι η βάση της δημοκρατίας. Βγαίνουμε στο δρόμο, καταλαμβάνουμε δημόσιο χώρο για να διεκδικήσουμε κι είναι ο μόνος τρόπος να πετύχουμε πράγματα. Σήμερα επικρατεί μια συλλογική αναισθησία. Πολύς κόσμος εναντιώνεται στη νέα νομοθεσία για τα εργασιακά δικαιώματα και το νεοφιλευθερισμό, αλλά κανείς δε βγαίνει στο δρόμο. Πρέπει να παλέψουμε περισσότερο. Ήθελα η ταινία μου να είναι ένα όπλο, ή μάλλον ένα κάλεσμα στα όπλα. Πιστεύω περισσότερο στη δύναμη του προφορικού λόγου, από εκείνη του γραπτού. Όταν μιλάς, συμμετέχει όλο σου το σώμα, υπάρχει δύναμη πίσω από τις λέξεις και τις χειρονομίες. Το Ίντερνετ είναι ένας ωκεανός πικρίας. Κανείς δε συμφωνεί με κανένα, οχλοβοούν όλοι και δε συμβαίνει τίποτα. Η Act Up δραστηριοποιήθηκε σε μια εποχή που δεν υπήρχε Ίντερνετ. Έχω πολλούς φίλους που είναι πολύ ριζοσπαστικοί στο Facebook, αλλά στην πραγματική ζωή δεν κάνουν τίποτα. Ποστάρουν όλοι εμπρηστικά κείμενα διαμαρτυρίας ή κάνουν like ή υπερθεματίζουν, αλλά δεν υπάρχει ουσιαστικός διάλογος. Όλοι μοιάζουν θυμωμένοι με τα πάντα. Αυτό όμως δεν είναι πολιτική, είναι πικρία. Η πικρία δεν κάνει πολιτική. Ποτέ. Πολιτική δεν είναι η ανταλλαγή προσβολών ή ο ανταγωνισμός για το ποιος είναι ο ριζοσπαστικός στα social media. Αυτό είναι ένα χαζό παιχνίδι. Στην Act Up πριν από κάθε δράση ανταλλάσσαμε επιχειρήματα, μαλώναμε πρόσωπο με πρόσωπο κι αυτή η διαδραστικότητα σε κάνει πιο έξυπνο, διαμορφώνει ιδεές, τις κάνει πιο αιχμηρές, οδηγεί στη δράση και στην αλλαγή. Αλλάξαμε πολλά πράγματα και μου λείπει εκείνη η εποχή της επιτυχίας.


Τι πιστεύετε για τον Μακρόν και την πολιτική κατάσταση στην Γαλλία γενικότερα;

Είναι η τραγική η κατάσταση, μου προκαλεί απελπισία. Έχω την αίσθηση ότι ο Μακρόν είναι το αντίθετο της πολιτικής, το τέλος της. Θεωρεί ότι η Γαλλία είναι η ατομική του επιχείρηση και ότι θα την κάνει βιώσιμη με οικονομικά μέτρα χωρίς να υπολογίζει το ανθρώπινο κόστος. Η πολιτική όμως δεν είναι μόνο οικονομία. Το σοσιαλιστικό κόμμα και η αριστερά έχουν αποδεκατιστεί, πολλοί πιστεύουν στην Ακροδεξιά, κανείς όμως δεν το κάνει πραγματικά, είναι ένας διαστρεβλωμένος και λανθασμένος τρόπος να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους. Η χώρα μου βρίσκεται εδώ και τρία χρόνια λόγω των τρομοκρατικών επιθέσεων σε κατάσταση πολιορκίας, υπάρχει στρατός ακόμα στο δρόμο, είναι λογικό να επικρατεί σύγχυση στους πολίτες, αλλά είναι επιτακτικό να ενισχυθεί ο δημόσιος διάλογος και να διεκδικήσουμε τα δικαιώματα για τα οποία παλεύαμε τόσες δεκαετίες. Κταλαμβαίνω ότι ο κόσμος φοβάται, αλλά τίποτα δεν κατακτιέται με το φόβο.


Το βρήκατε επώδυνο να καταγράψετε τις αναμνήσεις σας στην ταινία ή ήταν ένα είδος κάθαρσης;

Ο μονόλογος του Νατάν που μιλάει για το παρελθόν του που είναι φυσικά το δικό μου παρελθόν γράφτηκε και ξαναγράφτηκε τουλάχιστον δέκα φορές μέσα σε 20 χρόνια. Όλη η ταινία στροβίλιζε το μυαλό μου για δεκαετίες, επόμένως υπάρχει μια διάσταση κάθαρσης τώρα που βγήκε στο φως. Η συγγραφή του σεναρίου ήταν μια συναισθηματικά καταιγιστική εμπειρία, Όσο το έγραφα, πέθανε η μητέρα μου, είχαμε τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Παρίσι, όλη η περιρρέουσα ατμόσφαιρα κι ό,τι συνέβαινε μέσα μου δημιούργησαν ένα κλίμα ασφυκτικό κλίμα, αλλά τώρα που το σκέφτομαι έπρεπε να συμβεί όλο αυτό γιατί βγήκα από αυτή τη διαδικασία και δεν αισθανόμουν μόνος πια. Δεν φοβόμουν πλέον τους άλλους, μπορούσα να τους κοιτάζω στα μάτια.


Υπήρχε κάτι που πυροδότησε όλη την ιδέα για το σενάριο και την ταινία; Κάτι σαν τις μαντλέν του Προυστ που να προκάλεσε όλη αυτή την καταγραφή των αναμνήσεων;

Είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό με τον Προυστ που μόλις είπες, γιατί όταν με ρωτάνε αν η ταινία δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, σκέφτομαι πως όχι, είναι σαν τον Προυστ. Η ταινία είναι οι αναμνήσεις μου. Οι περισσότεροι μπερδεύονται με το ρεαλιστικό ύφος της ταινίας και νομίζουν πως είναι η πραγματικότητα. Αλλά δεν είναι. Δεν υπήρξε μία μαντλέν, αλλά περισσότερες. Είναι πολύ προσωπικό αυτό που θα πω τώρα, αλλά η πρώτη πρώτη σπίθα για την ταινία, η απαρχή αν θες, ήταν μια ερωτική συνεύρεση με έναν πρώην εραστή μου, που ήταν σαν την ερωτική σκηνή στο νοσοκομείο, και μου ήρθε όλη η σκηνή στο μυαλό. Όπως σου είπα, ο μονόλογος του Νατάν είναι η δική μου ζωή κι αν θυμάσαι τη φωτογραφία του νεκρού εραστή στην αρχή, αυτός είναι ο πρώτος μου εραστής. Μεγαλώνω, γερνάω και μου αρέσει να επισκέπτομαι τις αναμνήσεις μου, μου λείπουν οι φίλοι μου και οι εραστές μου, με εγωιστικό τρόπο ίσως, μου λείπουν τα σώματα που μοιράστηκα κι έχουν φύγει για πάντα.

Είναι οι αναμνήσεις κάτι που κρατάμε για πάντα ή κάτι που έχει χαθεί για πάντα;

Είναι κάτι που ανακαλύπτουμε και επαναπροσδιορίζουμε κάθε φορά από την αρχή, γιατί κάθε φορά είναι κάτι φαινομενικά ίδιο, αλλά στην ουσία διαφορετικό. Επανερμηνεύουμε διαφορετικά τις αναμνήσεις ανάλογα με τη φάση που βρισκόμαστε κι αυτό είναι σημαντικό γιατί μας βοηθά να προχωρήσουμε. Εξίσου σημαντική όμως είναι και η λήθη. Πρέπει να ξέρουμε τι πρέπει να ξεχάσουμε. Αν δεν ξεχνάς τίποτα, πικραίνεσαι στο τέλος ή τρελαίνεσαι. Γι΄αυτό αγαπώ το παρόν και το τώρα.

Άρα στην ταινία υπάρχουν και πολλά πράγματα που προτιμήσατε να ξεχάσετε;

Κάποια δεν είχαν σημασία, κάποια εμπόδιζαν τη ροή της ταινίας. Αποφάσια να κλέισω μια πόρτα με το 120 BPM. Η πρώτη μου ταινία, το Les Revenants, ήταν μια αλληγορία για το AIDS και τον φόβο μου γι’ αυτό κι ήταν γι’ αυτό το λόγο μια ψυχρή ταινία. Η επόμενη, το Eastern Boys, για να ελευθερωθω από την αναισθησία και να βρω έναν άλλο τρόπο να κάνω ταινίες. Η τρίτη ταινία μου συνδύασε τα δύο πράγματα που σημάδεψαν τη ζωή μου, το σινεμά και το AIDS, και τώρα έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Δεν ξέρω τι θα βρω εκεί έξω (γελάει), αλλά αισθάνομαι ανακούφιση. Και λίγο φόβο μαζί.

Οι τρεις ταινίες σας είναι διαφορετικές μετξύ τους. Θεωρείτε ότι τις συνδέει κάτι ή θέλετε να επαναπροσδιορίζεστε με κάθε ταινία;

Μου αρέσει να ανακαλύπτω τον εαυτό μου και το σινεμά από την αρχή με κάθε ταινία. Υπάρχουν διαφορές στο στιλ και στο θέμα. Το προσωπικό ύφος είναι νομίζω κατάρα για τον καλλιτέχνη και πρέπει να προσπαθεί να απεξαρτηθεί από αυτό. Μια νέα ταινία είναι μια νέα ήπειρος που πρέπει να ανακαλύψεις. Πατάς για πρώτη φορά το πόδι σου, προσπαθείς να μελετήσεις το κλίμα, ποιές είναι οι συνθήκες ζωής και οι κανόνες εκεί. Είναι σαν ένα βιβλίο του Ιουλίου Βερν, ένας νέος κόσμος, μια νέα εμπειρία.

Η αγαπημένη μου σκηνή από το "120 BPM" είναι αυτή με τον κόκκινο Σηκουάνα. Πώς την εμπνευστήκατε;

Είναι πολύ απλό. Ήταν βασικά μια ιδέα που είχαμε στην Act Up. H πρώτη ιδεά ήταν να τοποθετήσουμε ένα τεράστιο προφυλακτικό στον Οβελίσκο στην Πλατεία Γκονγκούρ, την οποία πραγματοποιήσαμε με τη βοήθεια της Benetton. Η δεύτερη ήταν αυτή, που ήταν φυσικά αδύνατο να γίνει στην πραγματική ζωή, κι έτσι αποφάσισα να την πραγματοποιήσω στο σινεμά. Ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Θα σας πω και για το Small Town Boy, το τραγούδι του Jimmy Somerville, γιατί κρύβεται μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία πίσω από αυτό. Αρχικά ήθελα να παίξει στην ταινία ο Jimmy και μάλιστα να τραγουδήσει ζωντανά. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους χρηματοδότες της Act Up στο Παρίσι και στενός φίλος του ιδρυτή της Γυρίσαμε μάλιστα κάποιες σκηνές στο διάμερισμα του Jimmy στο Παρίσι. Το Small Town Boy ήταν ο ύμνος μας εκείνη την εποχή, θυμάμαι ότι το τραγούδησε σε μια συναυλία το 1991 και όλοι οι φίλοι κι οι γνωστοί μου που είμασταν εκεί και ζούσαμε τον εφιάλτη της επιδημίας αρχίσαμε να κλαίμε. Ήθελα να αναπλάσω εκείνη τη συναυλία στην ταινία, αλλά να εμφανίζεται ο Jimmy στην τωρινή του ηλικία, να παίξω λίγο με το χρόνο, το παρελθόν και το παρόν. Αλλά δεν ήθελε να παίξει, δεν κάνει δημόσιες εμφανίσεις πλέον. Είχα όμως μαγνητοφωνημένη τη φωνή του εδώ και είκοσι χρόνια από εκείνη τη συναυλία και συνειδητοποίησα ότι μόνο με τη φωνή του, χωρίς τη μουσική μπορούσα να χτίσω μια πολύ δυνατή σκηνή, εκεί που ο Σον κι ο Νατάν έχουν κάνει έρωτα, αλλά ο καθένας νιώθει μόνος, όλοι είναι μόνοι τους κι υπάρχει αυτή η φρικτή επιδημία εκεί έξω, κι αυτό οδήγησε στη σκηνή του κλαμπ και του ποταμιού. Η σκηνή είναι επίσης εμνευσμένη από την Μαργκερίτ Ντιράς και μια ταινία της, όπου σε ένα ποτάμι πλέει ένα καράβι κι ακούγεται η φωνή της, κι έχουν όλα ένα τόσο πένθιμο κι ελεγειακό ύφος. Η σκηνή ήταν το αποτέλεσμα της σύνθεσης όλων αυτών των τόσο διαφορετικών εμπειριών και επιρροών.


Μου αναφέρατε ήδη δύο φορές ότι κλαίγατε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας, αλλά και στο μοντάζ. Πρέπει να ήταν μια δύσκολη εμπειρία για εσάς. Τι κλίμα επικρατούσε στα γυρίσματα; Επηρέασε καθόλου η συγκίνηση το όραμά σας;

Ήμουν από την αρχή πολύ ανοιχτός σε όλα τα συναισθήματα και τα ερεθίσματα. Όταν οι ηθοποιοί δεν απέδιδαν, καταλάβαινα πως υπήρχε πρόβλημα στη σκηνή και την άλλαζα. Κι αυτό συνέβαινε συχνά. Με το συνεργείο μου αλλάζαμε συνέχεια πράγματα. Κάποιες φορές τα πράγματα ήταν πολύ πιο έκολα, κάποιες άλλες δυσκολευτήκαμε περισσότερο. Η σκηνή με τα σωματίδια του φωτός μας είχε προβληματίσει εμένα και τη Jeanne (Lapoirie), τη φωτογράφο μου, αλλά ανακαλύψαμε πως τελικά ήταν πολύ εύκολο τα απεικονίσεις. Αφέθηκα στα πράγματα, παραδόθηκα, τα άφησαν να μου υπαγορεύσουν το ρυθμό τους. Παλιότερα ήμουν control freak, αλλά αυτό ήταν βαρετό. Βοηθάει και η ψηφιακή τεχνολογία στο να πειραματιστείς και να κάνεις πολλές δοκιμές. Παλιότερα το φιλμ ήταν πολύ πιο ακριβό. Θέλω το συνεργείο να αναπνέει και να είναι άνετο στα γυρίσματα. Να νιώθει πως αν δεν πάνε καλά τα πράγματα, θα βρούμε όλοι μαζί τη λύση.

Πώς επιλέξατε τους ηθοποιούς της ταινίας, ειδικά σε ένα τόσο πολυπρόσωπο έργο;

Η επιλογή των ηθοποιών ήταν εξίσου σημαντική με τη συγγραφή του σεναρίου, μην πω σημαντικότερη, γιατί δεν έχει σημασία μόνο αν είναι ένας ηθοποιός κατάλληλος για το ρόλο, αλλά και τι αλληλεπίδραση και χημεία θα έχει με τους υπόλοιπους. Ήθελα να υπάρχει μια αμοιογένεια και μια ισορροπία, αλλα ταυτόχρονα να διατηρήσω την αιχμηρότητα του κάθε χαρακτήρα. Ειδικά ο Σον κι ο Νατάν ήθελα να σχηματίζουν ένα δίπολο πάνω στο οποίο να βασίζεται η ταινία. Ο πρώτος ήθελα να έχει μια έκδηλη θεατρικότητα στην αρχή, η οποία όμως σταδιακά θα χάνεται. Αντίθετα, ήθελα ο δεύτερος να είναι ένα λευκό χαρτί, να παίζει πάντα σε ένα πρώτο κι αυθόρμητο επίπεδο, με απλότητα κι ειλικρίνεια. Χαίρομαι πολύ για τις επιλογές που έκανα.


Μιλήστε μου για την εμπειρία των Καννών.

Ήθελα πολύ η ταινία να πάει στις Κάννες, γιατί εκεί θα της δινόταν η σημασία που ταιριάζει στο θέμα της, ειδικά στη χώρα μου. Οι προηγούμενες ταινίες μου δεν είχαν πάει. Πρέπει να είσαι σίγουρος για την ταινία σου, αν θες να πας στις Κάννες. Εγώ είχα την αίσθηση ότι έχω κάτι γερό στα χέρια μου. Ακόμα πιο σημαντικό θεωρώ ότι ήταν στο Διαγωνιστικό. Δεν ήθελα βραβείο, ούτε καμία διάκριση, γιατί η επίδραση της ταινίας θα ήταν μεγαλύτερη. Από την άλλη, δε μου αρέσει η υπερβολική έκθεση, σε κανέναν σκηνοθέτη δεν αρέσει. Το να συστήνεις μια ταινία στον ευρύ κόσμο και σε τέτοια κλίμακα είναι τρομακτικό, είναι σαν να εκθέτεις το παιδί σου κατά κάποιο τρόπο. Ειδικά όταν η ταινία βασίζεται στα βιωματά σου είναι ακόμα χειρότερο. Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα πριν από 13 μήνες, φτάσαμε στις Κάννες κυριολκτικά την τελευταία στιγμή κι αισθάνομαι πως όλη αυτή την περίοδο δεν έχω προλάβει να πάρω ούτε μια ανάσα. Ταυτόχρονα όμως αισθάνομαι πως έχω επιβιώσει, πως είμαι νικήτής, επιβίωσα από το σενάριο, το γύρισμα, τις Κάννες, την κυκλοφορία της ταινίας, την επιτυχία της.


Μιλήστε μου λίγο για τη συνεργασία σας με τον Laurent Cantet. Γράψατε τε σενάριο της ταινίας με την οποία κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα, το Ανάμεσα στους Τοίχους, κι έχετε γράψει το σενάριο της τελευταίας του ταινίας, του L’ Atelier, το οποίο επίσης συμμετείχε στις Κάννες φέτος, στο Ένα Κάποιο Βλέμμα.
Γνωρίζω τον Laurent από το 1983. Ήμασταν μαζί στην ίδια σχολή κινηματογράφου. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά σκέψου το λίγο. Cantet-Campillo. (γέλια) Τα ονόματα μας ήταν παντού το ένα μετά το άλλο, ήταν νομοτελειακό να γνωριστούμε και να γίνουμε φίλοι. Δουλεύαμε μαζί από την περίοδο που σπουδάζαμε και συμμετείχαμε ο ένας στην ταινία του άλλου, σε διάφορα πόστα, δεν είχαμε λεφτά τότε για επαγγελματίες. Δε σταματήσαμε ποτέ να δουλεύαμε μαζί, αισθανόμαστε ότι υπηρετούμε το σινεμά και πάντα μιλάμε για τον κινηματογράφο μεταξύ μας. Είναι λογικό να έχει επηρεάσει ο ένας τον τρόπο που σκηνοθετεί ο άλλος. Νομίζω πως είμαστε δύο σώματα με ενα μυαλό. Αυτός ήταν που μετά τη δική μου προσωπική κρίση με πήρε από το χέρι και μου πρότεινε να κάνω το μοντάζ στις δύο πρώτες του ταινίες και να δουλέψω στα σενάριά του. Μπορείς να πεις ότι είμαστε και οι δύο ρεαλιστές στον τρόπο που κινηματογραφούμε, αλλά υπηρετούμε ένα διαφορετικό είδος ρεαλισμού. Αλλά αυτό που μοιραζόμαστε είναι οτι συνεχώς σκεφτόμαστε τον τρόπο που μπορείς να ανανεώσεις το σινεμά, είτε χρησιμοποιώντας τρεις κάμερες, είτε ακολουθώντας με την κάμερα τη ροή του προφορικού λόγου. Δε ζηλεύουμε ο ένας τον άλλο, ούτε υπάρχει ανταγωνισμός, είμαστε φίλοι κι είναι σημαντικό για τους σκηνοθέτες να έχουν φίλους με τους οποίους να μπορούν να μιλάνε για σινεμά.


Ποια είναι τα σχέδια για το μέλλον μετά από ένα τέτοιο έργο ζωής;
Τώρα είμαι στη φάση της προώθησης της ταινίας, που έχει μπει σε τελείως άλλη διάσταση από τη στιγμή που έγινε η πρόταση της Γαλλίας για το Ξενόγλωσσο Όσκαρ. Δε μου αρέσει καθόλου να ταξιδεύω εκτός Ευρώπης (γελάει). Αγαπώ την Ευρώπη και χαίρομαι που επισκέπτομαι τόσα φεστιβάλ φέτος, μεταξύ των οποίων και τις Νύχτες Πρεμιέρας. Η συγγραφή ενός σεναρίου ειναι δύσκολη υπόθεση, δεν παίρνεις απλά το λάπτοπ και λες γράφω. Δεν έχω καθόλου χρόνο τώρα. Για μένα κάθε ταινία είναι ένας περίπατος και τώρα τρέχω. Υπάρχουν δύο σκέψεις για μια νέα ταινία, αλλά είναι υπερβολικά νωρίς ακόμα. Μπορεί να σκάψω και να μη βρω τίποτα ή να ανοίξω μια πόρτα και να συναντήσω έναν τοίχο.


Κι επειδή μιλήσατε για τα Όσκαρ, πώς αισθάνεστε με αυτή την προοπτική; Σίγουρα θα είστε ανάμεσα στους πρωταγωνιστές των βραβείων Σεζάρ στην Γαλλία.
Τα Σεζάρ είναι μια πολύ βαρετη τελετή, πάρα πολύ βαρετή (γέλια). Δε θέλω να ακουστώ επιτηδευμένος, αλλά δεν επιδιώκω τη διασημότητα. Τα βραβεία σου δημιουργούν ένα άχρηστο σασπένς που διαρκεί πάρα πολύ κιόλας. Δε μου αρέσει ο ανταγωνισμός που προκαλούν και κυρίως δε μου αρέσει το γεγονός ότι μια ταινία μπορεί να φύγει με πάρα πολλά βραβεία και μία με άδεια χέρια. Είναι λίγο ντροπιαστικό. Όσον αφορά στα Όσκαρ τώρα, δε με απασχολεί ιδιαίτερα η υπόθεση. Η Αμερική δεν είναι μόνο μια άλλη χώρα, αλλά είναι ένας τελείος διαφορετικός πλανήτης και δεν ξέρω κατά πόσο έχω θέση εκεί.


H ταινία "120 Χτύποι το Λεπτό" κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Weirdwave.

tags / movies

Οι 15 ταινίες που ανυπομονούμε να δούμε στο σινεμά ως το τέλος του 2017

09/10/17

Οι υπερήρωες, τα οσκαρικά χαρτιά και τα μυστήρια που θα μας στείλουν σε μια σκοτεινή αίθουσα από σήμερα ως τα Χριστούγεννα.
Μαρία Δημητρίου

Play: "Blade Runner 2049" OST

06/10/17

Ακούστε τη μουσική της νέας ταινίας, που υπογράφουν ο Hans Zimmer και ο Benjamin Wallfisch.
Μαρία Δημητρίου

Νύχτες Πρεμιέρας 2017: Βραβείο καλύτερης ταινίας στο "The Rider", σκηνοθεσίας στο "Foxtrot"

02/10/17

To "Copa-Loca" του Χρήστου Μασσαλά ξεχώρισε στο διαγωνιστικό των ελληνικών ταινιών μικρού μήκους.
Μαρία Δημητρίου

Facebook Comments