Live review: The Black Keys, The Black Angels κ.ά. @ Rockwave Festival 2015

02/06/15

Παναγιώτης Μένεγος

Το μόνο αρνητικό, τελικά, από την πρώτη μέρα του φετινού επετειακού Rockwave 2015 είναι ότι όλα ήταν κάπως αναμενόμενα. Θέλω να πω ότι έλειψε κάποιο στοιχείο έκπληξης που να έκανε τη βραδιά πραγματικά αξιομνημόνευτη και μετά το πέρας της αναμόχλευσής της σε διαδικτυακούς τοίχους και ντουβάρια. Ίσως το πιο ωραίο στιγμιότυπο, πριν περάσουμε στα επιμέρους, είναι η ακραιφνώς φεστιβαλική, πανοραμική εικόνα 20+ χιλιάδων ανθρώπων να φτιάχνουν ένα πολύχρωμο ψηφιδωτό στην καταπράσινη Μαλακάσα. Στρώνοντας κουρελούδες, πίνοντας μπίρες, βγάζοντας selfies, δίνοντας και την ψυχή τους σε κάποιο sing-a-long, «κάνοντας μαλλιά» σε ένα κιθαριστικό ξέσπασμα. Μπορεί να ακούγεται λίγο χίπικο, αλλά δεν είναι λίγο, ειδικά σε αυτές τις εξαντλητικά διχαστικές μέρες που ζούμε. Όχι, φυσικά, ότι το Rockwave, τηρώντας την παράδοση, δε θα έδινε αφορμή για κόντρες μετά τη λήξη του (αλλά αυτό θα το δούμε παρακάτω). Σε γενικές γραμμές όμως, η πρώτη μέρα της φετινής πολύ φιλόδοξης διοργάνωσης πήγε όπως ο ψύχραιμος παρατηρητής ακριβώς θα περίμενε.

Ναι, οι Black Keys πέτυχαν. Μάζεψαν πολύ κόσμο. Δικαιολόγησαν την προσμονή και, χωρίς να είμαστε λογιστές της Didi, μάλλον δικαίωσαν τη μετάκληση και όσους πίστευαν ότι είναι σίγουρο χαρτί που θα έκανε το ρίσκο να αξίζει τον κόπο. Οι πολύ αισιόδοξοι μίλησαν για 30.000, οι πιο επιφυλακτικοί για 20.000, νομίζω ότι αν το κόψουμε στη μέση έχουμε μια μάλλον ρεαλιστική προσέγγιση της προσέλευσης.


Ναι, η πλειοψηφία του κόσμου που συνέρρευσε στο Terra Vibe δεν ανήκει στους «φεστιβαλικούς», συνεπείς μουσικόφιλους που στήνουν δίκες προθέσεων τις τελευταίες ώρες σε status updates που είναι καταδικασμένα να χάσουν το δρόμο τους κάπου μετά το πέμπτο σχόλιο. Όμως προτού βγάλουμε τα συναυλιακά γαλόνια μας και τα μετρήσουμε κατηγορώντας όσους «πήγαν από τον Παντελίδη στη Μαλακάσα» ή «τα κοριτσάκια που ήρθαν δεύτερη φορά σε συναυλία με πρώτη εκείνη της Lana Del Rey», προτού ομφαλοσκοπήσουμε πάλι για το πόσο fake ή ποζεράδες είμαστε σε αυτή την ανυπόληπτη βαλκανική αγορά, ας σκεφτούμε κάτι ακόμα. Τα μουσικά φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο είναι πια έτσι. Δε γεμίζουν πλέον με μουσικόφιλους που αντιμετωπίζουν τα live ως την κορύφωση μιας ζωής που κινείται μεταξύ δισκάδικων, μουσικού Τύπου και αέναων μουσικομαχιών πάνω από ποτήρια βαρελίσιας μπίρας. Τα μουσικά φεστιβάλ είναι πια η αποθέωση της κουλτούρας "ήμουν κι εγώ εκεί", όπως τροφοδοτείται κι ενισχύεται από τα social media. Ξέρετε γιατί; Στα μουσικά φεστιβάλ βγάζεις τις καλύτερες φωτογραφίες, διαθέτουν το καλύτερο background για «να δεις και να σε δουν». Πριν τσαλαπατήσουμε, λοιπόν, τη fashion blogger ή τον κλαρινογαμπρό της διπλανής πόρτας, ας σκεφτούμε απλά το γιγάντιο Coachella (ή σε ένα βαθμό και το τόσο δημοφιλές στους Έλληνες, Primavera Sound Festival). Πόση κουβέντα είδατε (και) φέτος να γίνεται για τα acts του καλιφορνέζικου φεστιβάλ-μεγαθηρίου; Και πόσες λίστες για τα «20 καλύτερα λουκ» ή τις «17 πιο πετυχημένες selfies»; Είναι σημείο των καιρών και, τώρα που το σκέφτομαι, τα «μουσικά φεστιβάλ χωρίς μουσικόφιλους» είναι σχήμα ανάλογα οξύμωρο με τη «μουσική τηλεόραση χωρίς μουσική», στην οποία εξελίχθηκε το καθοριστικό MTV όταν στις αρχές των 90s άνοιξε τις πόρτες του στα reality shows αλλάζοντας μια για πάντα φυσιογνωμία.

Ναι, οι Black Angels κέρδισαν κατά κράτος τις εντυπώσεις από τους Black Keys. Όχι μόνο γιατί ικανοποίησαν τον indie σνομπισμό ενός πολύ μικρού ποσοστού του κοινού που τους ένιωσε, ενώ όλοι οι υπόλοιποι απλά περίμεναν να περάσει η ώρα για τον Dan και τον Patrick. Αλλά και γιατί γάζωσαν. Γά-ζω-σαν. Αποδεικνύοντας ότι είναι μια μπάντα at the top of its game που τελικά της ταιριάζει το open air περιβάλλον, αφού μάλλον βοηθά τη χαοτική ανάπτυξη της αυθεντικής ψυχεδελικής τους ατμόσφαιρας. Ήταν πολύ καλύτεροι, παρότι δεν έπαιξαν μπροστά σε ανάλογα δικό τους κοινό, σε σχέση με τον Δεκέμβρη του 2013 στο Fuzz. Μπήκαν χαλαρά με κάποια καινούργια κομμάτια, συναντώντας σχετική αδιαφορία, και κλιμάκωσαν απίθανα το set τους με απίστευτες εκτελέσεις σε “The Sniper At The Gates Of Heaven”, “Black Grease” και “Bad Vibrations” πριν σκάσει «εκείνο του "True Detective" μωρέ», το περίφημο “Young Men Dead” που έκανε μερικούς παραπάνω αυχένες να ασχοληθούν μαζί του. Σε πολύ μεγάλες φόρμες ο uber cool frontman Alex Maas, λίγο χαωμένος στα πετάλια και τους ενισχυτές του ο Christian Bland, καταιγιστική η Stephanie Bailey στα drums. Οι Black Angels, θυμίζοντας λίγο από τη -μυθική για όσους ήταν εκεί- εμφάνισή τους τέτοιες μέρες του 2011 στη Βαρκελώνη, κέρδισαν και σε ένα άλλο βασικό σημείο τους Black Keys. Παρότι έχουν κάνει κι αυτοί πιο εμπορικά βήματα, δε φαίνεται να έχουν χάσει (ακόμα) τον προορισμό τους. Όμως εδώ μπαίνει ένας αστερίσκος που οδηγεί στο επόμενο συμπέρασμα που επιβεβαιώθηκε το Σαββατόβραδο. Οι απαιτήσεις. Πολύ διαφορετικές και πολύ μεγαλύτερες για το δίδυμο από το Άκρον σε σχέση με τη συμμορία από το Όστιν.




Ναι, οι Black Keys περνάνε (αν δεν έχουν περάσει ήδη) από το στάδιο της καθιερωμένης μπάντας σε εκείνο του brand που πρέπει να ικανοποιήσει τους καταναλωτές της βιομηχανίας που είναι στημένη γύρω του. Σε μια πολύ περίεργη καραμπόλα της ποπ ιστορίας (ενδεικτική μιας αίσθησης «τέλους της μουσικής ιστορίας» που ευνοεί το Ίντερνετ), ένα συγκρότημα που ξεκίνησε το 2002 αναβιώνοντας εμπνευσμένα κάτι που κανείς δε φανταζόταν ότι θα γίνει τόσο δημοφιλές, έφτασε στην κορυφή του κόσμου. Και τώρα, αφού για μια δεκαετία έχτιζε, πρέπει να ενσαρκώσει την μπάντα σταδίων. Να γίνει «πιο ποπ», όπως δίκαια σχολιάζουν όλοι ότι τους φάνηκε το σετ τους, ένα σετ ολοστρόγγυλο χωρίς καμία απολύτως γωνία (με 17 στα 19 κομμάτια από το "Brothers" κι έπειτα). Να αφήσει στην άκρη το ακατέργαστο κιθάρα-ντραμς σύνολο και να γεμίσει τον ήχο (και τη σκηνή) και με άλλα πρόσωπα. Αρκεί να τα κρύψει πίσω-πίσω, όπως τον καημένο τον Richard Swift, για να μην γλιστρήσουν τα φώτα από το δίδυμο του «επικοινωνιακού Dan» - «weirdo Patrick». Φυσικά, όλα αυτά ποσώς απασχολούν (και καλά κάνουν) το κοινό που ούρλιαξε στο “Howlin’ For You” ή εξαϋλώθηκε στο φινάλε με το “Lonely Boy”. Θα κρατήσω ως καλύτερες στιγμές τα “She’s Long Gone”, “Your Touch” και σίγουρα “I Got Mine” (παρότι ο Patrick έμοιαζε να μην έχει ξεπεράσει ακριβώς τον τραυματισμό του στον ώμο), νομίζω ήταν απογοητευτικά γλυκερή η εκτέλεση του “Too Afraid To Love You” κι εντάξει, κάπου πρέπει να σπάσω τη συγκαταβατική μου διάθεση και να πω ότι φτάσαμε στο 2015, έχουμε έναν mixologist σε κάθε ελληνικό σπίτι, τρώμε burger από κρέας black angus, κάνουμε βίντεο κλήσεις από το κινητό μας… ας μην ξαναγυρίσουμε στους αναμμένους αναπτήρες σε συναυλίες σαν κι εκείνους του “Little Black Submarines”.




Ναι, διαβάσατε παντού σε κριτικές, επίσημες κι ανεπίσημες, παράπονα για τον ήχο. Υπέροχη φυλή οι «ηχολήπτες της εξέδρας». Επειδή πάω 20 χρόνια σε συναυλίες ως ακροατής και όχι ως ηχολήπτης, αρνούμαι να μπω σε αυτή την κουβέντα, εφ’ όσον δεν έχει συμβεί κάτι ηχητικά εξόφθαλμο (see what I did there?) που θα είναι αντιληπτό και στον τελευταίο φεστιβαλιστή. Δηλαδή να το συζητήσουμε, αλλά όχι ως Αλέφαντοι, καλύτερα ως εξειδικευμένοι γνώστες. Δε θα συγκατέλεγα τον εαυτό μου στους τελευταίους.

Ναι, η επιστροφή από την Μαλακάσα ήταν ένα ομηρικό έπος – αν ήταν η Οδύσσεια μέχρι να φτάσουμε στην Αθήνα μάλλον θα είχαμε καλύψει και τη ραψωδία Σ, περνώντας Λαιστρυγόνες, Κυκλωπες και Γκολφ που έμειναν από μπαταρία συμβάλλοντας στο κομφούζιο. Καλώς ή κακώς, είναι μέρος της διαδικασίας. Δε γίνεται να φύγουν αστραπιαία από αυτούς τους δρόμους 4-5.000 αυτοκίνητα, μην κάνουμε την ίδια κουβέντα κάθε χρόνο. Ας αναρωτηθούμε απλά γιατί στη 12η χρονιά που τρέχει εκεί το Rockwave, δεν υπάρχει η δυνατότητα να επιστρέψεις με το τρένο από το γειτονικό σταθμό Σφενδάλη. Σε ένα κλασικό case «κότας κι αβγού», οι διοργανωτές φαίνεται να έχουν παραιτηθεί από μια τέτοια αξίωση και οι φεστιβαλιστές δεν είναι τόσο rock για να πηγαινοέρθουν με αυτό τον τρόπο.


* Το πρόγραμμα της ημέρας συμπλήρωσαν οι τρεις ελληνικές μπάντες Puta Volcano, The Big Nose Attack και 1000 Mods. Στους πρώτους δύο δεν ήμουν παρών, έμαθα ότι η Luna απέδειξε και στη μεγάλη σκηνή ότι είναι η καλύτερη ελληνίδα performer, ενώ το δίδυμο των υποψήφιων Jumping Fish Artists The Big Nose Attack θα ήταν και η προφανής επιλογή για support αν οι Black Keys έπαιζαν σε κλειστό χώρο. Όταν μπήκα στο Terra Vibe οι 1000 Mods τα έσπαγαν μπροστά στους "δικούς τους" (και μπροστά σε περισσότερο κόσμο απ' όσο πιθανότατα θα παίξουν ποτέ).

Guns N' Roses - "Appetite For Destruction": "το πιο αλήτικο άλμπουμ των 80s" έσβησε 30 κεράκια

24/07/17

Πώς 5 χαρακτηριστικοί τύποι της σκηνής του Sunset Strip κυκλοφόρησαν έναν από τους πιο σημαντικούς δίσκους της δεκαετίας, έγιναν ακαριαία σταρ στην Πόλη των Αγγέλων και σύντομα η μεγαλύτερη ροκ μπάντα στον κόσμο - και πώς στη συνέχεια τα γκρέμισαν όλα.
Παναγιώτης Μένεγος

Με το νέο δίσκο τους “I See You”, ένα κυνικό καρμπόν των προηγούμενων, οι The xx θυμίζουν πως μάλλον έχουν πιάσει ταβάνι

26/01/17

Η διάσημη τριάδα από την Μεγάλη Βρετανία το ρίχνει σε κούφιο self-mythologizing για να κρύψει τη ρηχότητα του απογοητευτικού τρίτου άλμπουμ της, γράφει ο Παναγιώτης Μένεγος.
Παναγιώτης Μένεγος

Red Axes: A Videography

13/01/17

Γνωρίστε σε 10+1 βίντεο-βήματα το δίδυμο από το Τελ Αβίβ που έρχεται το Σάββατο 14/1 στο Six D.O.G.S. με τις δάφνες του πιο «καυτού» ονόματος στην underground χορευτική μουσική των ημερών.
Παναγιώτης Μένεγος

Τα 10 καλύτερα άλμπουμ του 2016: #10. Jim James - "Eternally Even"

19/12/16

Κάθε μέρα, η συντακτική ομάδα του Jumping Fish κάνει αντίστροφη μέτρηση των 10 αγαπημένων της άλμπουμ για τη χρονιά που φεύγει. Στο νούμερο 10, ο Παναγιώτης Μένεγος γράφει για την cozy ψυχεδέλεια του frontman των My Morning Jacket.
Παναγιώτης Μένεγος

Facebook Comments