Όταν διάβασα ότι οι Yeasayer θα έδιναν δωρεάν συναυλία, έτριψα τα καχύποπτα ελληνικά ματάκια μου και έψαξα για τα ψιλά γράμματα. (Δεν υπήρχαν.) Συνέχισα να διαβάζω και είδα ότι θα ήταν η εναρκτήρια μπάντα μιας
σειράς συναυλιών που θα γίνονταν στο Governors Island, ένα νησάκι στο νοτιότερο άκρο του Manhattan, σε συνεργασία με την Converse. Και εκτός από την απουσία εισιτηρίου, θα λειτουργούσαν και ferry (boats όχι Bryan) για να μεταφέρουν όσους είχαμε αφήσει τα σκάφη μας στα Hamptons. Έμοιαζε πολύ καλό για να είναι αληθινό, αλλά να μου πεις οι Yeasayer στη Νέα Υόρκη είναι locals... είναι σαν να βλέπουμε free gig των My Wet Calvin στην Αθήνα (γκούχου γκούχου.)
Eκείνο το Σάββατο ξεκινήσαμε όλο χαρά να πάμε να δούμε την μπάντα με το άλμπουμ που πολλοί θεωρούν ότι είναι το καλύτερο της χρονιάς, το "Odd Blood". Όταν, όμως, φτάσαμε στο λιμάνι να πάρουμε το ferry δεν πιστέψαμε ότι θα φτάσουμε ποτέ στο πολυπόθητο νησί. (Από αυτό το σημείο και μετά μπορούμε να αρχίσουμε να λέμε το live “Mission Ithaca”.) H ουρά έμοιαζε ατελείωτη, ο έλεγχος πριν την επιβίβαση ήταν αντάξιος αεροδρομίου και η αναμονή μέχρι να ξεκινήσουμε το πεντάλεπτο ταξιδι ήταν αιώνια. Ουρές για να πάρουμε βραχιολάκια που εξασφάλιζαν αλκοόλ, ουρές για τις μπύρες, ουρές για τις τουαλέτες, ουρές, ουρές, ουρές! Δεν παραπονιέμαι (άλλο) γιατί παρόλα αυτά η ατμόσφαιρα απέπνεε ενθουσιασμό. Επιπλέον η οργάνωση για μια δωρεάν συναυλία μιας από τιςς δημοφιλέστερες μπάντες αυτή τη στιγμή, για 3.500 άτομα και σε τοποθεσία η πρόσβαση στην οποία απαιτεί κάτι που να επιπλέει ήταν παραπάνω από επαρκής.
Στην άφιξή μας συναντήσαμε πόστα για φαγητά, ποτά και μια αρένα στρωμένη με άμμο, έτσι, για το καλοκαιρινό feeling νησιού. Απλώσαμε την πετσετούλα μας πάνω στην ώρα για την πρώτη μπάντα. Οι Delicate Steve φάνηκαν ικανοί να αρχίσουν το πάρτυ αν και δεν τους είχαμε ξανακούσει ποτέ. Στο ίδιο μουσικό μοτίβο ηλεκτρονικού-πειραματικού-tribal-χαοτικού συνέχισαν και οι Keepaway, οι οποίοι έμοιζαν υπερβολικά με τους Animal Collective.
Λίγο μετά τη δύση του ήλιου πίσω απο τους ουρανοξύστες του Manhattan, οι πρώτες νότες από το επίκαιρο “Wait For The Summer” είχαν ξεκινήσει. Οι Yeasayer ήταν στη σκηνή και έμοιαζαν και ακούγονταν περισσότερο επιβλητικοί από ό,τι θα μπορούσα να είχα φανταστεί. Οι πολυφωνίες της μπάντας ήταν μαγευτικές και απόλυτα συγχρονισμένες μεταξύ τους. Το setlist ήταν κλιμακωτό, ξεκινώντας με χαλαρά κομμάτια (στην πλειοψηφία τους από το "Odd Blood") και καταλήγοντας στο πολύ δυνατό “Ambling Alp”. Χαρακτηριστική ειδυλλιακή στιγμή της βραδοάς ήταν το δροσερό αεράκι που ανακούφιζε το αφηνιασμένο πλήθος την ώρα των ‘ουουουου ουουουου ουουουου’ του "Madder Red". Κοίταζες μπροστά σου και έβλεπες τους Yeasayer, κοίταζες αριστερά και έβλεπες το εντυπωσιακό φωτεινό skyline της απόλυτης μεγαλούπολης να αντικατοπρίζεται στο νερό. Όλο το σκηνικό έμοιαζε με video clip. Τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει τη διάθεση. Ούτε καν η μπάλα θαλάσσης που έφαγε στο κεφάλι ο τραγουδιστής Chris Keatingο, η οποία επέμενε ότι ήταν από το Pitchfork. Στη σκηνή ξεχώρισε, όμως, ο κιθαρίστας Anand Wilder, αυτή η τρομερή φιγούρα με την ολόσωμη φόρμα παραλλαγής. Αν έβγαζε ταινία το Bollywood για τον Jimi Hendrix ο πρωταγωνιστής θα έπρεπε να είναι κάπως σαν αυτόν. Είχε την κίνηση, είχε το στυλ, είχε και τη φωνή.
Φαίνεται ότι οι Yeasayer έχουν ωριμάσει, αφού πρώτα άφησαν πίσω τους τις too cool for school hipster μακρυμαλλούσες μέρες στο Brooklyn και στρώθηκαν στη δουλειά. Και τι κατάφεραν; Να βγάλουν έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς και σίγουρα της καριέρας τους. Και έτσι απλά, μετά από 12 κομμάτια αποχώρησαν από τη σκηνή χωρίς encore, αφήνοντάς μας με μια απίστευτη αίσθηση ευχαρίστησης και δύναμης να ακολουθήσουμε το κοπάδι από hipster προς το ferry.